Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Of wine and people

Παρασκευή απόγευμα βρίσκομαι στο όμορφο κτίριο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη στην Πειραιώς. Η διαδρομή με το 049 από την Ομόνοια ως εκεί είναι τουλάχιστον απολαυστική : το λεωφορείο περνάει από την πλατεία Κοτζιά με το ολόφωτο δημαρχείο και το επιβλητικό Baby Grand Hotel, με την ανθοκομική έκθεση του δήμου αραδιασμένη γύρω από το σιντριβάνι και τα φυλακισμένα στα κλουβιά ζωάκια των pet shops να εκλιπαρούν για ένα βλέμμα κι ένα χάδι, στρίβει μετά στις γειτονιές των μεταναστών, που μυρίζουν πάντα μπαχαρικά κι είναι πλημμυρισμένες από εξωτικούς ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν, να δουλεύουν και να κοινωνικοποιούνται στους δρόμους και διασχίζει την Πειραιώς, αυτό το ιδιόμορφο και ιδιοφυές κράμα με τα εναλλακτικά στέκια και τις πίστες-μεγαθήριά της, με τα τυροπιτάδικα και τα μουσεία της, με τις υπερμεγέθεις αφίσες λαϊκών αοιδών και τα malls της.

Υπόσχομαι στον εαυτό μου ν’ ανεβαίνω συχνότερα σ’ αυτό το magic bus, που κάνει την Αθήνα να δείχνει σα πλάνο από ταινία πρωτοποριακού σκηνοθέτη και παίρνω τη θέση μου στην αίθουσα για ν’ ακούσω έναν σκηνοθέτη που κάποτε υπήρξε πρωτοποριακός και μετά απλώς καθιερώθηκε : τον Francis Ford Coppola.

Tο πρώτο ήπιο σοκ είναι η εμφάνισή του : ντυμένος στην τρίχα, ευτραφής και πεντακάθαρος, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι η αγκαλιά του θα είναι ζεστή και πατρική με μια μυρωδιά από κλασικό αντρικό after-shave. Οι κάλτσες του είναι παράταιρες : μια κόκκινη και μια σιέλ, λες και θέλει να υπογραμμίσει διακριτικά με αυτή τη μικρή (αλλά όχι ασήμαντη) λεπτομέρεια το γεγονός ότι δεν είναι απλώς ένας οποιοσδήποτε καλοντυμένος κυριούλης.

Το δεύτερο σοκ είναι ο χαρακτήρας του, έτσι όπως αναδύεται από τα λόγια του, τις εκφράσεις του προσώπου του, τη στάση του σώματός του. Προσηνής και φιλικός, χωρίς καθόλου μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, αυτοπαρουσιάζεται σα να είναι μόνο ένας άνθρωπος που δούλεψε σκληρά για να πετύχει, που πολλές φορές χρειάστηκε να χρηματοδοτήσει ο ίδιος τις ταινίες του, που η επιτυχία και η ευρεία αποδοχή κάποιων από αυτές σχεδόν τον εξέπληξε.

Όταν αρχίζει να μιλάει για το πώς δουλεύει με τους ηθοποιούς του – παίζοντας μαζί τους θεατρικά παιχνίδια και βάζοντάς τους να αυτοσχεδιάσουν, υιοθετώντας το χαρακτήρα που καλούνται να υποδυθούν στην ταινία – καθώς και για τους αχανείς αμπελώνες του στη Νάπα και τη σχέση κρασιού-κινηματογράφου, πέφτουν πια και οι τελευταίες μου αντιστάσεις. Είμαι πλέον πεπεισμένη ότι έχω μπροστά μου ένα εξαιρετικά σπάνιο δείγμα του ανθρώπινου είδους, έναν άνθρωπο δηλαδή ταλαντούχο κι επιτυχημένο κι όμως ακόμα ακέραιο και ηθικό.

Βγαίνοντας από την αίθουσα ξανά στην πολυσύχναστη λεωφόρο, κατευθυνόμενη προς το αυτοκίνητο της φίλης μου και σε κάποιο μπαρ για να συνεχίσουμε τη βραδιά μας, σκέφτομαι ότι θέλω να κρατήσω μέσα μου την εικόνα αυτού του άντρα, ως πολύτιμο φυλαχτό και μάθημα. Σε μια κοινωνία που ο κάθε ‘’κανένας’’ πια είναι ‘’κάποιος’’, είναι πραγματικά ελπιδοφόρο να διαπιστώνεις ότι υπάρχουν ακόμα αληθινά σημαντικοί άνθρωποι που είναι ταυτόχρονα προσγειωμένοι και ουσιαστικοί.Και που, η παρουσία τους, ακριβώς όπως και η απόλαυση ενός καλού κρασιού, σε ευφραίνει και απογειώνει την ψυχή σου, χωρίς να σε χτυπάει στο κεφάλι.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Transmission

Μου είπε : μη μιλάς
ο ήχος της φωνής σου με τρελαίνει
κράτα μονάχα το ακουστικό κι ανάπνεε
στέλνε αργά στ’ αυτί μου την ανάσα σου
σα να ‘σαι δίπλα μου αυτήν εδώ την ώρα στο κρεβάτι
σα να ‘μαστε κοντά κι απλά να είμαστε
χωρίς κουβέντες.
Κι έτσι το έκανα.
Μόνη μου στο δωμάτιό μου στην Αθήνα
κράτησα το τηλέφωνο ανοιχτό για μία ώρα
στη γούβα του λαιμού μου ακουμπισμένο
στέλνοντας τόσα μίλια μακριά την παρουσία μου.
Τον άκουσα να αναπνέει βαριά
να πίνει που και που το τσάι του
να καταπίνει
τον άκουσα ν’ ανάβει ένα τσιγάρο, να το καπνίζει
να πνίγεται απ’ το βήχα
και ύστερα άκουσα την τριβή ενός δάχτυλου στα ρούχα του
στο δέρμα του
στα γένια του των λίγων ημερών.
Από το βάθος ακουγόταν μουσική
αδιόρατα, η τηλεόραση να παίζει
κι εκείνος άκουγε την αναπνοή μου
μαζί με το βουητό της Μεσογείων.
Όταν άρχισα να κλαίω
- ήσυχα στην αρχή, έπειτα με λυγμούς -
μου ζήτησε να κλείσω το τηλέφωνο.
Γαμώτο, όχι – του φώναξα
σε θέλω, σε θέλω εδώ κοντά μου
και δεν αντέχω που δε θα δούμε ποτέ μαζί τηλεόραση στο Όσλο
που δε θα ζήσουμε ποτέ μαζί στη Μεσογείων
θα ‘μαστε πάντα μακριά, έτσι δεν είναι
στη χώρα σου, στη χώρα μου, πάντοτε μακριά
πάντοτε μόνοι.
Σου είπα μη μιλήσεις, μου απάντησε
δεν έχει σημασία
μου έχεις μεταδώσει κάτι που είναι πάνω απ’ όλα αυτά
σα στοίχειωμα, σα πνεύμα
εσύ για μένα θα είσαι πάντα κάτι
πιο δυνατό από κάθε παρουσία
όλα τα έπιπλα εδώ αναπνέουν την ανάσα σου
κι ας μη βρεθείς ποτέ σ’ αυτό το σπίτι.
Και έπειτα έκλεισε το τηλέφωνο.
Εnd of transmission.