Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Ασταμάτητα νέοι

Τετάρτη βράδυ, στο πάρτι της Athens Voice στο club Venue. Είμαστε αραχτοί με τον φίλο μου, τον Π., στους άνετους καναπέδες, πίνουμε ουίσκι και καπνίζουμε και μιλάμε για λογοτεχνία και ποίηση και περιοδικά και μουσική. Η ώρα έχει πάει 12.00 και οι Xaxakes δεν έχουν βγει ακόμη, ανυπομονώ, καιρό έχω να νιώσω ανυπομονησία σε live, απολαμβάνω αυτή τη γλυκιά αίσθηση αναμονής, τη γυροφέρνω στο στόμα μου, σα καραμέλα.

Λέω στον Π. για εκείνη τη φορά που είδα τους Xaxakes να παίζουν στο House of art, δέκα περίπου χρόνια πριν, με τη φίλη μου τη Λ., που ήταν ανυποψίαστη κι έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο απ’ την έκπληξη όταν ο Νάστας εμφανίστηκε με μια μπέρτα βρικόλακα και τραγούδησε ‘’Λίγο gay, λίγο guy’’ με τη βαθιά, αλά Bryan Ferry, φωνή του.

Τώρα η μπάντα εμφανίζεται στην υπερυψωμένη σκηνή στο βάθος της αίθουσας, ο Νάστας είναι κάπως γερασμένος, αλλά φυσικά έχει ωριμάσει όμορφα, σα το καλό κρασί, που ο χρόνος δε το βλάπτει, το ωφελεί. Φοράει κόκκινο δερμάτινο παντελόνι, λευκό σακάκι και λεοπαρδαλέ φουλάρι και δείχνει ενθουσιασμένος, ίσως και συγκινημένος, φωνάζει δυο-τρια Viva κι ύστερα αρχίζει να σφυρίζει και, καθώς οι πρώτες νότες του ‘’Μη μαζί, γιατί’’ αρχίζουν να πλημμυρίζουν το χώρο, εγώ είμαι στα όρια των δακρύων και η μπάντα των ονείρων παίζει, ο κόσμος σιωπά με σεβασμό κι ύστερα ζητωκραυγάζει κι ύστερα σιωπά και πάλι, μια κοπέλα δίπλα μου χορεύει και μια άλλη φυσάει σαπουνόφουσκες στον αέρα, όλα είναι cool, γλυκά και αισθησιακά και όμορφα, Θεέ μου πόσο όμορφα, Θεέ μου τόσο όμορφα, κοιτάω γύρω και νιώθω ότι οι πιο πολλοί δε καταλαβαίνουν και πολλά ή ίσως έχουν πιαστεί, όπως κι εγώ, σε αυτά το υπέροχα μαγικά δίχτυα αγάπης, δε με νοιάζει τίποτα, ‘’Love me’’ και πονάω σχεδόν απ’ την ανάγκη να με αγαπήσει κάποιος εδώ και τώρα, να με αγαπήσει αφόρητα, ανυπόφορα και αναίτια, ‘’Μόντε Κάρλο’’ και να φύγω με μια τεράστια ροζ βαλίτσα ξέχειλη από έξαλλα μαγιό και αμπιγέ ρούχα για να κολυμπήσω σε θάλασσες σαμπάνιας και μαρτίνι, ‘’Πονάν τα χείλη μου’’ και να φιλήσω κάποιον αυτή τη στιγμή με χείλη από μέλι, ενώ πυροτεχνήματα θα σκάνε γύρω μας σ’ έναν ουρανό τεχνικολόρ.

Και ναι. Δεν είναι άξιον απορίας που το ‘’ναι’’ είναι η αγαπημένη λέξη του Νάστα. Η μουσική της μπάντας του δεν είναι παρά μια πελώρια κατάφαση. Τους κοιτώ να ερμηνεύουν τώρα ένα τραγούδι του Elvis και λέω στον Π. ότι μοιάζουν με αυτά τα ζαχαρωμένα συγκροτήματα των αμερικάνικων ταινιών, που παίζουν μουσική στους επίσημους χορούς (proms) των κολεγίων. Και είναι τόσο πολύ παρωχημένοι και ρετρό, ναι, είναι. Αλλά και τόσο αφόρητα feel good.

O Νάστας αποχαιρετά και αποχωρεί από τη τζαμαρία, που ανοίγει πίσω του – γαμώτο, και ήθελα να του μιλήσω, ήθελα να τον φιλήσω, ήθελα να οσμιστώ το άρωμα του σώματός του. Μια πεταλούδα ίπταται μπροστά στον κεντρικό πολυέλαιο του club, μια άσπρη όμορφη πεταλούδα, τυφλωμένη από τα φώτα. Νομίζω ότι η ατμόσφαιρα ευωδιάζει καμένη ζάχαρη.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Ο άσχημος θυμός είναι σα χνούδια από λεύκες

‘’Έχεις πολύ άσχημο θυμό εσύ. Εσύ, έτσι και θυμώσεις, μπορεί και να σκοτώσεις άνθρωπο’’, μου λέει το αγόρι που μοιάζει στον Robert Carlyle. Είναι νωρίς το πρωί, είμαι στο αγαπημένο μου μπαρ με τους φίλους μου, έχω ήδη πιει τρία ουίσκι και αυτό που έχω τώρα ανάγκη είναι ένα ζευγάρι χείλη να με φιλήσουν, να με ρουφήξουν, να με καυλώσουν, κι όχι αυτή την γρήγορη, φτηνή, στο πόδι ψυχανάλυση, που βρίσκει τον στόχο της αμέσως, ακόμα και αν δε το θέλει. Καταπίνω μια φαρμακερή ατάκα, αρκούμαι να παραδεχτώ το αυτονόητο σε αυτό το αγόρι που δε με γνωρίζει κι όμως με ξέρει κι ύστερα πάω στον Θ., του τρίβομαι λιγάκι να γλυκαθώ και μετά ζητάω από τον d.j. να μου παίξει Madrugada.

Τo ξενοδοχείο το λένε ‘’Divani Palace Acropolis’’ και έχει μια όμορφη, μικρή πισίνα σε ένα ακάλυπτο κομμάτι κήπου, όπου κοιτούν ζηλόφθονα οι απέναντι πολυκατοικίες. Τώρα ο κήπος είναι γεμάτος κόσμο, γιατί το συνέδριο με θέμα το bullying, που παρακολουθώ, έχει διάλειμμα για λίγη ώρα και μονάχα εδώ επιτρέπεται το κάπνισμα. Παίρνω τον καφέ και τα τσιγάρα μου και την αράζω σε μια σεζλόνγκ, μπροστά ακριβώς απ’ την πισίνα. Κάνει ένα ελαφρύ, διακριτικό κρύο, καθόλου δυσάρεστο, μάλλον αναζωογονητικό. Πίνω μια γουλιά καφέ. Νιώθω ήρεμη κι όμως ταραγμένη. Μια ριπή αέρα κάνει το δέρμα μου να ανατριχιάσει. Ένα μεγάλο πλατανόφυλλο λικνίζεται για λίγο στον αέρα κι ύστερα πέφτει απαλά στο νερό, που ρυτιδώνεται από το ασήμαντο βάρος του.

Το συνέδριο το διοργανώνει το παλιό μου σχολείο. Ιδιωτικό σχολείο, από τα καλύτερα της εποχής του. Τώρα το γυμνάσιο και το λύκειο βρίσκονται στην Παλήνη, όταν όμως ήμουν εγώ μαθήτρια, ήταν στο Παλαιό Ψυχικό, σε ένα χαμηλό, ανθρώπινο κτίριο, που άνοιγε σε μια αυλή γεμάτη λεύκες. Την άνοιξη η αυλή έμοιαζε χιονισμένη από τα χνουδωτά μπαλάκια με τους καρπούς των δέντρων, που πετούσαν τρελαμένα στον αέρα, εισέρχονταν στις τάξεις με τα ανοιχτά παράθυρα και μου προκαλούσαν απανωτά φτερνίσματα και αλλεργικά δάκρυα. Ακόμα και τώρα, κάθε άνοιξη, αν τύχει και κάποιο τέτοιο χνουδάκι βρεθεί στο δρόμο μου, τα μάτια μου αρχίζουν και τρέχουν ανεξέλεγκτα. Και γίνομαι πάλι 13 ετών, ένα αδύναμο, θυμωμένο κορίτσι, καθηλωμένο σε ένα θρανίο γεμάτο χνούδια.

Κράτησε μόνο ένα χρόνο, όταν ήμουν στην Α’ γυμνασίου. Γινόταν στο σχολικό που με γυρνούσε σπίτι, από το Παλαιό Ψυχικό στους Αμπελοκήπους. Ήταν δυο αγόρια, φίλοι μεταξύ τους, ο ένας τους ξανθός, ο άλλος μελαχρινός. Δε με άφηναν να καθίσω πουθενά στο σχολικό, όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες για τους φίλους τους, έλεγαν, τελικά παρενέβαινε πάντα η συνοδός, μια στριμμένη ηλικιωμένη κυρία, και με βόλευε σε κάποια κενή θέση. Στη διαδρομή, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, κάποιο από τα δυο αγόρια βρισκόταν πάντα καθισμένο πίσω μου. Μέχρι να φτάσω σπίτι μου, με χτυπούσε με τη ζώνη του καθίσματος. Ή μου τραβούσε τα μαλλιά ή μου κόλλαγε τσίχλες στα ρούχα ή με τσίμπαγε. Και κυρίως έσκυβε κοντά μου και μου ψιθύριζε στο αυτί. Πόσο άσχημη ήμουν. Πόσο γελοία. Πόσο άχρηστη.

Τα πρόσωπα των δυο αγοριών είναι ακόμα στο μυαλό μου. Όμορφα πρόσωπα, που ακόμα και τότε μου προκαλούσαν οδύνη ανάμεικτη με επιθυμία. Πήγαινα σπίτι και έκλαιγα κρυφά στο μπάνιο, δαγκώνοντας το μπράτσο μου, για να μη με ακούσουν οι γονείς μου. Ακόμα και τώρα, τόσα πολλά χρόνια μετά, τόσα δάκρυα και τόσα αγόρια και τόσα άλλα τραυματικά γεγονότα μετά, αυτά τα πρόσωπα ακόμα εμφανίζονται. Σε κάποιο όνειρο μουντό, υπόκωφο, γεμάτο χνούδια και ψιθύρους. Γεμάτο στόματα που σε πλησιάζουν για να σε προσβάλλουν κι όχι για να σε φιλήσουν. Γεμάτο θυμό. Άσχημο θυμό. Και μια ανόητη, γελοία, άχρηστη επιθυμία.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

If you want to be a bird

Eίμαστε χωμένοι κάτω από τις κουβέρτες σου, έξω ρίχνει καρέκλες, το απόγευμα απλώνεται αργά πάνω από την πόλη, ο σκύλος σου στριφογυρίζει στο χαλάκι κάτω από το κρεβάτι, θέλει να τον πας βόλτα, φτιάχνεις ακόμα ένα τσιγάρο και το καπνίζουμε σιγά-σιγά ενώ ακούμε Janis Joplin και Jefferson Airplane και Jimi Hendrix, σου λέω ότι είναι σα να είμαστε μέσα στην ταινία ‘’Easy rider’’, στη σκηνή του κοινόβιου, όταν ο Peter Fonda κάθεται δίπλα σε εκείνη τη γκόμενα που τον γουστάρει και απλώς τρώνε παρέα χωρίς να μιλάνε και νιώθουν ευτυχισμένοι, τα ξανθά σου μαλλιά πέφτουν στο κούτελό σου και τα μάτια σου είναι πιο γκρίζα από ποτέ, θυμάσαι τότε στην Αλόννησο, ρωτάω, τότε που οδηγούσαμε ώρες με το μηχανάκι μέχρι να φτάσουμε στο Γέρακα, ώρες οδηγούσαμε και δεν είχαμε δει άνθρωπο, ήταν σα να είμαστε ολομόναχοι στον κόσμο, μόνο εμείς και το μηχανάκι και η θάλασσα και η μυρωδιά των πεύκων, σου είχα πει τότε ότι ήμουν ευτυχισμένος, μου απαντάς, θυμάσαι, σηκώνομαι και ψάχνω το soundtrack του ‘’Easy rider’’ μέσα στα βουνά από τα cds σου, αρχίζουμε να τραγουδάμε μαζί το ‘’Pusherman’’ καθώς στρίβεις ακόμα ένα τσιγάρο, είμαστε χωμένοι κάτω από τις κουβέρτες σου, έξω ρίχνει καρέκλες, το απόγευμα απλώνεται αργά πάνω από την πόλη, μπορούμε ακόμα να φύγουμε, μωρό μου, πες μου, σε ρωτάω, μπορούμε ; Δεν απαντάς.