Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Summer reloaded

Κάθε χρόνο, λίγο προτού φύγω για διακοπές, ο οργανισμός μου μοιάζει να καταρρέει. Όχι μόνο αισθάνομαι κουρασμένη και ανίκανη σχεδόν για την οποιαδήποτε σωματική εργασία, αλλά ταυτόχρονα – και κυρίως – κλυδωνίζεται η ψυχική μου ισορροπία, η συναισθηματική μου σταθερότητα. Ξαφνικά νιώθω αδιαφορία για πράγματα που όλο τον υπόλοιπο χρόνο μου φαίνονταν σημαντικά, ανία, ακόμα και ναυτία για ανθρώπους που γενικά αγαπώ, ένα μπούχτισμα εν ολίγοις απέναντι σε όλους και σε όλα.
Μόνο η σκέψη του καραβιού που ξεμακραίνει στο πέλαγος προς το νησί μου ξεκουράζει τη σκέψη μου. Μόνο η ιδέα της θάλασσας που φαίνεται απ’ το παράθυρό μου, η μυρωδιά των πεύκων και της αλμύρας, οι κρωγμοί των γλάρων και τα χαμόγελα των νησιωτών ανακουφίζουν την ψυχή μου.
Και φέτος το μισό Καλοκαίρι πέρασε ήδη κι εγώ είμαι ακόμα εδώ, ακόμα στην πόλη. Και το Καλοκαίρι, ούτως η άλλως, δεν είναι ποτέ, ποτέ αρκετό – το τραβάς από δω, το τραβάς από κει να ξεχειλώσει και πάντα είναι λίγο, σαν ένα πανέμορφο ελαστικό φόρεμα που σου πέφτει μικρό και αφήνει το μισό σου κορμί γυμνό.

Λίγη φαίνεται και η ζωή μετά από μια έντονη συναυλιακή εμπειρία. Κι έτσι όλη τη βδομάδα μετά τη συναυλία των Aerosmith ξυπνάω, πάω στη δουλειά, γυρνάω σπίτι και δε θέλω να κάνω τίποτα άλλο, δε θέλω να βγω, δε θέλω να διαβάσω, δε θέλω να σηκωθώ καν απ’ το κρεβάτι, ‘’είσαι στα όρια της κατάθλιψης, το ξέρεις ; ‘’ λέω στον εαυτό μου κι ο εαυτός μου μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι στον καθρέφτη του μπάνιου, καθώς προσπαθώ απεγνωσμένα να σκεφτώ κάποια καινούρια ιδέα για να απασχολήσω τους μαθητές μου στο Κέντρο, όμως φτιάχνουμε καραβάκια από μανταλάκια κι εγώ αναπολώ το παρδαλό φουλάρι στο μικρόφωνο του Steven Tyler, φτιάχνουμε συρμάτινα λουλούδια κι εγώ σιγοτραγουδώ ‘’sing with me, sing for the years’’, φτιάχνουμε κολιέ με πλαστικές χάντρες κι εγώ συγκινούμαι ξανά στην ανάμνηση του σώματός του, μόλις δυο μέτρα πέρα απ’ το δικό μου, ν’ αχνίζει ζωή, ενέργεια, πραγματικότητα.

Και συμπυκνωμένη αγάπη.
Σαν ένα φτηνιάρικο κολιέ που φτιάχτηκε για μένα από ένα ξυπόλητο, βρωμιάρικο παιδάκι.
Σαν ένα παλιό τραγούδι που τραγουδήθηκε στη διαπασών μες στη ζεστή αστική νύχτα σε ένα κατάμεστο στάδιο.

Τράβα το Καλοκαίρι λίγο ακόμα. Μπορεί στο τέλος να καταφέρεις να το φέρεις στα μέτρα σου…

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Δυο ''σχόλια'' για τη γλώσσα

1.1
‘’Πέρασαν μέσ’ από την πόλη το μεσημέρι της επόμενης ημέρας….Η πόλη ήταν η περισσότερη καμένη. ….Αμάξια στο δρόμο παστωμένα με στάχτη, όλα καλυμμένα με στάχτη και σκόνη…Το αμυδρό φως ολόγυρα, τρεμουλιαστό και δίχως να πηγάζει από κάπου, να διαθλάται στη βροχή της παρασυρμένης αιθάλης…’’
(‘’Ο δρόμος’’, Κόρμακ Μακ Κάρθυ, εκδόσεις Καστανιώτη)

1.2
‘’Πυκνή στήλη καπνού, υδρατμών και σκόνης υψωνόταν χθες από το ηφαίστειο του παγετώνα Εϊγιαφιαλιοκούλ στην Ισλανδία. Η μεγάλη ισχύς της έκρηξης συνέβαλε ώστε το πυκνό νέφος να εξαπλωθεί χθες μέχρι και την Κεντρική Ευρώπη, προκαλώντας διακοπή λειτουργίας αεροδρομίων σε Σκανδιναβία, Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία….’’
(Εφημερίδα ‘’Kαθημερινή’’, 16 Απριλίου 2010)

1.3
Πες το δυνατά. ΕΪΓΙΑΦΙΑΛΟΚΟΥΛ.
Kαι αργά. Εϊ-για-φια-λο-κούλ.
Δεν είναι πολύ όμορφη λέξη ;


2.1
‘’(Eμείς) δεν θα ήμαστε τίποτα αν (εμείς) δεν γράφαμε.
(Εμείς) βρισκόμαστε αλλού από εκεί όπου (εμείς) γράφουμε.
(Εμείς) αξίζουμε περισότερο από αυτό που (εμείς) γράφουμε.’’

‘’Οι σκέψεις το ίχνος του μολυβιού.
Το ίχνος του μολυβιού.
Του μολυβιού.’’
(‘’Το διπλό όνειρο της γραφής’’, Χάρης Βλαβιανός-Χρήστος Χρυσόπουλος, εκδόσεις Πατάκη)

2.2
Το περιοδικό ‘’Ξύπνα!’’ (των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά) εκδίδεται και στις γλώσσες : αμχαρική, βισλάμα, γιορούμπα, γκουτζαράτι, έβε, ιλόκο, ίμπο, κανάντα, κεμπουάνο, κόζα, λινγκάλα, λουβάλε, μαλαγιάλαμ, μαλγασική, ραροτόνγκαν, σεπέντι, σεσούτου, σιλόζι, σόνα, ταγκαλόγκ, τοκ πίσιν, τόνγκαν, τσιμπέμπα, τσιτόνγκα, τσιτσέουα, τσόνγκα, τσουάνα, χιλιγκαϊνή…

2.3
Ο άντρας είναι ρομ, γύρω στα 35. Δεν έχει πάει ποτέ σχολείο, δεν έχει πιάσει ποτέ μολύβι και χαρτί. Θέλει να μάθει να διαβάζει και να γράφει για να δώσει εξετάσεις για το απολυτήριο δημοτικού, ώστε να μπορέσει να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο. Του μαθαίνω τα γράμματα α και ε και ο, κ και π και ν. Με τις καρτέλες πρώτης ανάγνωσης, που χρησιμοποιώ για τα παιδιά προ-νηπιακής ηλικίας. Κ και Α = ΚΑ, Ν + Ο = ΝΟ. Τον παρατηρώ να κάνει σα τρελός από χαρά, που συλλαβίζει, που διαβάζει και γράφει ολόκληρες υπαρκτές λέξεις. κοπάνα, κανό, κενό. Κενό. Πώς σκεφτόταν μέχρι τώρα, που δεν ήξερε το ίχνος που αφήνει το μολύβι στο χαρτί ;

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Tα αόρατα εμπόδια

Σάββατο το πρωί κάνω μια βόλτα για ψώνια στο κέντρο και μετά, μια και η μέρα είναι όμορφη και ζεστή, κάθομαι για καφέ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τραβώντας την καρέκλα μου μακριά από την ομπρέλα με την παχιά σκιά σε ένα ηλιόλουστο κομμάτι του χώρου, παραγγέλνω κρύο φρέντο, ανάβω τσιγάρο, ρουφάω την πρώτη γουλιά αφρόγαλα, κλείνω τα μάτια απολαμβάνοντας τον ήλιο, την αργία, την αστική χαρμολύπη και ξαφνικά ένα κρώξιμο γλάρου με κάνει να σηκώσω το βλέμμα και να αναζητήσω την πηγή του ήχου.

Δεν είναι πια παράξενο φαινόμενο οι γλάροι που πετούν πάνω από την πόλη (το πιο αγαπημένο μου θέαμα της Αθήνας είναι οι γλάροι που ίπτανται πάνω από τις κορφές των κτιρίων έτσι όπως φαίνονται νωρίς το απόγευμα από την καφετέρια του δέκατου ορόφου του Hondos Center της Ομονοίας), όμως ο συγκεκριμένος γλάρος δε πετάει.

Είναι εγκλωβισμένος και ζητάει βοήθεια.

Απέναντι ακριβώς από την πλατεία, στο νοσταλγικό κτίριο του Υπουργείου Εσωτερικών που μοιάζει περισσότερο με παλιά πολυκατοικία παρά με δημόσιο κτίριο, στο ακριανό μπαλκόνι, στη γωνία ακριβώς Δραγατσανίου και Σταδίου, υπάρχει ένας μεγαλόσωμος γλάρος που πηγαινοέρχεται πέρα-δώθε, υψώνεται για μερικά εκατοστά, προσπαθεί να περάσει ανεπιτυχώς ανάμεσα από τα κάγκελα, αδυνατεί να κατανοήσει ότι η οδός διαφυγής είναι προς τα πάνω και μοιάζει να βρίσκεται σε πραγματικά δύσκολη θέση, κράζοντας που και που για βοήθεια προς άλλους γλάρους (που δεν περνάνε), προς ανθρώπους (που δε τον ακούνε, μια και το Υπουργείο είναι σήμερα κλειστό), προς περιστέρια (που επιδεικνύουν σχεδόν αλλαζονικά τη δικιά τους ανωτερότητα στα αστικά εμπόδια και τους περιορισμούς, κουρνιάζοντας στα γύρω μπαλκόνια και περνώντας αυτά με ευκολία ανάμεσα από τα κάγκελα, διπλώνοντας τα δικά τους ευλύγιστα και μικρά φτερά και γλιστρώντας ανάλαφρα προς την ελευθερία).

Δεν είναι του παρόντος να γράψω εδώ με ποιόν τρόπο προσπάθησα να βοηθήσω εγώ τον εγκλωβισμένο γλάρο, νομίζω είναι πιο σημαντική για τον υποτιθέμενο αναγνώστη αυτού του post η συνειδητοποίηση ότι είναι τόσο εύκολο να εγκλωβιστεί ένα πλάσμα ακόμα και κάπου όπου φαινομενικά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική φραγή, κανένα αξεπέραστο εμπόδιο, με τον ίδιο τρόπο που είναι απόλυτα οδυνηρή η αίσθηση ότι ένα πουλί μαθημένο σε ανοιχτούς ορίζοντες και με εγγεγραμμένο στο DNA του την απεραντοσύνη (της θάλασσας) μπορεί να παγιδευτεί για πάντα σε ένα κομμάτι χώρου στενό και κουτσουρεμένο, μόνο και μόνο γιατί δε βλέπει, δεν αντιλαμβάνεται, δεν κατανοεί τον τρόπο για να ξεφύγει.

Σε τελική ανάλυση, ο παγιδευμένος γλάρος είναι και μια παραβολή για την ανθρώπινη κατάσταση. Είμαστε όλοι μας παγιδευμένοι, αν και η ανοιχτοσύνη είναι μόλις ένα βήμα μακριά μας. Απλώς δε τη βλέπουμε. Και φωνάζουμε για βοήθεια απελπισμένα. Αλλά κανείς δε μας ακούει. Ή και αν κάποιος μας ακούσει συνήθως αδυνατεί να μας βοηθήσει.

Κι έτσι πεθαίνουμε απ’ την πείνα σε ένα βρωμερό μπαλκόνι πάνω από την πλατεία Κλαυθμώνος, ενώ το DNA μας νοσταλγεί τη θάλασσα και τους απέραντους ορίζοντες και τους άγριους συντρόφους μας με τα μεγάλα, πανέμορφα, ανοιχτά φτερά.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Maracaibo

Κυριακή, τελευταία μέρα της Αποκριάς και αποφασίζουμε να πάμε με τη μητέρα μου μια ολοήμερη εκδρομή στην Πάτρα, να δούμε την παρέλαση. Έχουμε χρόνια να πάμε, εγώ πήγαινα πάντοτε λίγο με το ζόρι, οι Απόκριες με τρομάζουν, κάτι πολύ τραγικό πρέπει να μου συνέβη σε κάποιες περασμένες Απόκριες, σε κάποια περασμένη ζωή.

Πάμε με τα τρένα. Δηλαδή με το μετρό ως το σταθμό Λαρίσης και από εκεί με τον προαστιακό ως το Κιάτο και από εκεί (επειδή ένα τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής της Πελοποννήσου αναβαθμίζεται) με πούλμαν του ΟΣΕ ως το Διακοφτό και από εκεί με το παλιό τρένο, επιτέλους, ως την Πάτρα. Συνολικά τέσσερις ώρες. Και δυο καφέδες, ένα λαδωμένο τοστ από το κυλικείο του Διακοφτού και πολλές αναπολήσεις μπροστά στη θέα που φεύγει γρήγορα (ή όχι και τόσο γρήγορα) από τα παράθυρα.

Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω με τρένο. Αν και αυτό στην Ελλάδα συνεπάγεται συνήθως απίστευτη ταλαιπωρία, αυτού του είδους τα ταξίδια έχουν πάντα κάτι θλιβερό, decadant, παρωχημένο. Σα να ζεις στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, κατεστραμμένα τοπία περνούν μπροστά από τα μάτια σου, νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκουπιδότοποι, χωριουδάκια και οικισμοί τσιγγάνων, παραθαλάσσια ταβερνάκια και σιδηροδρομικοί σταθμοί. Μια Ελλάδα άλλης εποχής. Μια Ελλάδα πάντα παρούσα, πάντα πικρή και οδυνηρή και φτωχιά, σα σταγόνα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο. Σαν ταινία του Αγγελόπουλου.

Η Πάτρα δεν είναι όμορφη πόλη. Και την Κυριακή αυτή είναι ακόμα πιο άσχημη απ’ ότι συνήθως. Κάνει πολύ κρύο και βρέχει ασταμάτητα, λακκούβες γεμάτες νερό σε υποχρεώνουν να χοροπηδάς όλη την ώρα, μεγάφωνα να παίζουν παντού αποκριάτικα άσματα (και μερικά κουβανικά επαναστατικά, άσχετα), γυφτάκια να πουλάνε σφυρίχτρες και περούκες και κομφετί και σερπαντίνες, κορίτσια που τουρτουρίζουν μες στις σέξι αποκριάτικες στολές τους και αγόρια με γυναικείες περούκες, μασκαρεμένα παιδάκια και κουρασμένοι γονείς και τσίκνα από τα σουβλάκια και τα χοτ-ντογκ, λουκουμάδες και πατικωμένος χαλβάς Φαρσάλων και στην οδό Κορίνθου, από όπου περνάει η παρέλαση, πλήθη ανθρώπων όχι ιδιαίτερα χαρούμενων (παλιά τους θυμάμαι όλους μεθυσμένους, με μια μπουκάλα μαυροδάφνη στο χέρι) να στριμώχνονται για να δουν το Καρναβάλι να περνάει.

Με τη μητέρα μου χωνόμαστε σε μια γωνίτσα στα σκαλοπάτια της παλιάς Νομαρχίας, σε ένα υπερυψωμένο σημείο. Δίπλα μας έρχεται και στριμώχνεται μια μαμά μ’ ένα παιδάκι που σφυράει ανελέητα τη σφυρίχτρα του μες στ’ αυτιά μας. Σα να είμαστε συνεννοημένες, ανάβουμε ταυτόχρονα τσιγάρο. Η μαμά κάνει μια ενοχλημένη γκριμάτσα κι ύστερα παίρνει το παιδάκι της και πάει να βρει άλλη γωνία.

Η παρέλαση μου φαίνεται φτωχότερη από άλλες φορές, οι αποστολές λιγότερο πολυάριθμες και σαφώς λιγότερο ενθουσιώδεις. Τα κοστούμια σε γενικές γραμμές πρόχειρα και καθόλου εντυπωσιακά. Φταίει άραγε η οικονομική κρίση ; Ή παλιότερα ήμουν εγώ πιο αγνή και ενθουσιαζόμουν πιο εύκολα ;

Στο άνθινο άρμα της περνάει τώρα η βασίλισσα του καρναβαλιού, μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα ανεβασμένη σε ένα ανοιχτό λουλούδι σε σχήμα καρδιάς (αργότερα μαθαίνω ότι ήταν η περσινή Μις Ελλάς). Φοράει ένα λευκό φόρεμα σα νυφικό, έξωμο και εξώπλατο, η βροχή πέφτει ανηλεώς στα όμορφα μαλλιά της και κυλάει στην καλοφτιαγμένη πλάτη της, το χαμόγελο έχει παγώσει στα χείλη της και δείχνει πραγματικά εγκλωβισμένη εκεί πάνω, μες στο κρύο και τη βροχή, από τα μπαλκόνια των σπιτιών της ρίχνουν κομφετί και σερπαντίνες και όλα αυτά κολλάνε στο βρεγμένο κορμί της, τη λυπάμαι, θέλω να πάω και να την κατεβάσω από κει πάνω και να τη σκουπίσω και να την κεράσω ένα δυνατό ποτό σε κάποιο μπαρ, είναι σα να φωνάζει ‘’σώστε με’’ το παγωμένο της χαμόγελο, πρέπει να κρυώνει τόσο πολύ.

Μετά καφές σε μια όμορφη και απόμερη καφετέρια και μεζεδάκια με μπίρα σε ένα πραγματικά ιδιαίτερο ουζερί, που εύχομαι να έπαιρνα μαζί μου στην Αθήνα. Και μετά δεν αισθάνομαι καν πια τα πόδια μου, τόσο έχουν μουσκέψει οι μπότες μου, το καλσόν μου, το τζιν μου. Χωνόμαστε σε ένα κωλόμπαρο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, μόνο αυτό είναι πια άδειο, όλες οι καφετέριες και τα μπαράκια είναι φίσκα πια από τον κόσμο, αλλά εδώ είμαστε μόνο εμείς, ο ιδιοκτήτης και μια ρωσίδα γκαρσόνα, που μας ρωτάει πώς πρέπει να μας σερβίρει το μαρτίνι (‘’σε μικρό ή σε μεγάλο ποτήρι’’ ;). O ιδιοκτήτης μπαίνει στην τουαλέτα τρεις φορές στη μια ώρα που καθόμαστε και κάθε φορά βγαίνει όλο και πιο στον κόσμο του και το cd-player παίζει στο repeat το ‘’Maracaibo’’ (τέσσερις φορές) και το ‘’Ska sou sou’’ (τρεις). Στο τέλος, η ρωσίδα μας ζητάει 5 ευρώ (για τρία μαρτίνι, ο λογαριασμός γράφει 15). Της δίνουμε 15.

Στα τρένα του γυρισμού είναι όλοι βρεγμένοι και σιωπηλοί. Στο τρένο προς το Διακοφτό το τζάμι δίπλα στη θέση μου έχει ένα μεγάλο σημάδι από πετριά. Θυμάμαι μια φορά που πήγαινα στους Αγίους Θεοδώρους με τον προαστιακό και 2-3 γυφτάκια ήταν στημένα σ΄ ένα σημείο της διαδρομής και μας πετροβολούσαν. Τότε είχα νιώσει αναγούλα, τώρα είναι σα να βλέπω έναν παλιό γνωστό. Συνηθίζει κανείς εύκολα στη μιζέρια, έτσι δεν είναι ;

Στον προαστιακό προς το σταθμό Λαρίσης, ένας χοντρός κύριος σκύβει από πάνω μου και μου ψιθυρίζει ‘’έχω χαθεί, βοηθήστε με’’. Είναι καθυστερημένος, είχε πάει λέει με την αδερφή του στην Πάτρα και εκεί την έχασε, τώρα δε ξέρει πώς να γυρίσει στη μαμά του, μου τείνει ένα χαρτάκι με κάτι τηλέφωνα, με μια μισογραμμένη διεύθυνση. Κάνω ό,τι μπορώ, τηλεφωνώ στη μαμά του (δε το σηκώνει), μου ζητάει να καλέσω το 100, να έρθουν με το περιπολικό να τον πάρουν από το σταθμό. Σε όλη τη διαδρομή είναι σκυμμένος από πάνω μου, ιδρωμένος, στα όρια των δακρύων. Στα Άνω Λιόσια μου αρπάζει το χαρτάκι από τα χέρια και κατεβαίνει τρέχοντας. ‘’Στα έλεγα εγώ’’, λέει η μητέρα μου, ‘’η ευαισθησία σου θα σε βάλει κάποια στιγμή σε μπελάδες’’.

Το βράδυ, στο κρεβάτι μου, κλαίω λίγο για τον καθυστερημένο κύριο που έχασε τη μαμά του (ή ίσως ήθελε απλώς να με στριμώξει σε μια γωνιά και να με βιάσει), για τη βρεγμένη βασίλισσα του Καρναβαλιού, για τα γυφτάκια και τον ιδιοκτήτη του κωλόμπαρου και την πετριά στο τζάμι. Πονάει το στομάχι μου. Και ένα τραγούδι παίζει διαρκώς, ανελέητα, ασταμάτητα, στον ύπνο μου. Maracaibo balla al Barracuda si ma balla nuda, tsa tsa....

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Καλοκαίρι στο καταχείμωνο

Παρασκευή βράδυ και με τα τριακοστά πέμπτα μου γενέθλια να πλησιάζουν απειλητικά (τη Δευτέρα), εφαρμόζω τη feel good συμβουλή του ‘’Glamour’’ και βάφω τα νύχια μου με ένα πορτοκαλοκόκκινο καλοκαιρινό χρώμα. Το έντονο χρώμα μου φτιάχνει τη διάθεση άμεσα, αρχίζω ήδη να ονειρεύομαι παραλίες, αμμουδιές κι έναν ήλιο να καίει, να καίει, να καίει. Στη συνέχεια, βγαίνω από το σπίτι φορώντας αντηλιακό κάτω από το πουλόβερ μου (θα φορούσα κι ένα καλοκαιρινό φόρεμα πάνω από το τζιν μου, αλλά δυστυχώς δεν είμαι ΤΟΣΟ τολμηρή στιλιστικά) και πάω στο ‘’Κύτταρο’’ να συναντήσω τους φίλους μου και να ακούσουμε τους Locomondo.

Oι Locomondo μου αρέσουν παντού και πάντοτε (αν και πια σαφώς λιγότερο από παλιά), αλλά ειδικά κάποια απίστευτα κρύα βράδια του χειμώνα νιώθω να τους έχω πραγματικά ανάγκη. Η μουσική τους, το στιλ τους, το ξέφρενο κοινό τους και κυρίως το χαμόγελο του Μάρκου φέρνουν το καλοκαίρι πιο κοντά.

Και έτσι, μια μπίρα κι ύστερα κι άλλη κι ύστερα άλλη μια. Και η γη γυρίζει, η γη όλο γυρίζει, το ταβάνι ανοίγει κι από πάνω είναι τ’ άστρα κι όλοι μαζί ενώνουμε τις δυνάμεις του καλού και τραγουδάμε τραγουδάμε τραγουδάμε και χορεύουμε χορεύουμε χορεύουμε. Ο Μάρκος μου στέλνει ακτινοβόλα χαμόγελα από τη σκηνή κι εγώ θυμάμαι εκείνο το πάρτι στο τροχόσπιτο, που τον είχα γνωρίσει, μαζί με το Γιάννη, τον κιθαρίστα και το Θανάση, τον ηχολήπτη (όταν ακόμα η μπάντα ήταν άγνωστη και καινούρια, όταν είχαν κυκλοφορήσει μόνο τον πρώτο τους δίσκο και η ρέγκε ‘’Φραγκοσυριανή’’ φαινόταν σε όλους μας κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό και λιγάκι ιερόσυλο) και είχαμε πιει τεκίλα από ένα πεπόνι με μυριάδες πολύχρωμα καλαμάκια όλοι μαζί και είχαμε μεθύσει και κάναμε βλακείες και χορεύαμε σαν ηλίθια και είχαμε σπάσει ένα τραπεζάκι πέφτοντας πάνω του και είχα χαζέψει από τότε από το χαμόγελό του και από τα κοτσιδάκια του, που ήταν ακόμα μικρούλια και μετά βίας έφταναν μέχρι τους ώμους του και μετά είχα κοιμηθεί γεμάτη μελανιές (από το τραπεζάκι που έσπασα στην κυριολεξία με τον πισινό μου) και είχα ονειρευτεί ότι ο Μάρκος ήταν κάτι σαν ο Θεός Ήλιος και ότι τα κοτσιδάκια του ήταν γεμάτα άμμο, κρατσανιστή στραφταλιστή άμμο από κάποια παραλία.

Η συναυλία τελειώνει πιο γρήγορα από ότι περίμενα. Τρέχω κι αγκαλιάζω σφιχτά το Μάρκο, χαιδεύω τα κοτσιδάκια του που πια φτάνουν σχεδόν στη μέση του, ‘’έφερες το καλοκαίρι στο καταχείμωνο’’ θέλω να του πω, αλλά δε λέω αυτό, του λέω βλακείες όπως πάντα, σχεδόν πονάω όταν με αποχαιρετά και κρύβεται στα παρασκήνια, θέλω ήδη να ξαναρχίσει όλη η συναυλία απ’ την αρχή.

Στο δρόμο δε κρυώνω πια τόσο πολύ. Νιώθω σα να βρέθηκα για λίγο σε μια ζεστή, φιλόξενη αμμουδιά. Τινάζω την άμμο από τα δάχτυλά μου και ετοιμάζομαι να πάω στο Closer.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Ωδή στις ταράτσες της Αθήνας

Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι στην Αθήνα σνομπάρουν τόσο πολύ τις ταράτσες τους. Όσες φορές ανεβαίνω (συχνά) στην ταράτσα στο δώμα μου ή σε εκείνη στο πατρικό μου ή σε εκείνες των σπιτιών των φίλων μου, δε βλέπω ποτέ κανέναν άλλο γύρω. Οι αστικές ταράτσες είναι ένα ανεκμετάλλευτο βασίλειο, κατοικημένο αποκλειστικά από ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, σύρματα απλώματος ρούχων και περιστέρια.

Μια φορά είχα κάνει έρωτα με το τότε αγόρι μου στην ταράτσα του δώματός μου. Ήταν αρχές άνοιξης, πρωί και ο ήλιος έκαιγε γλυκά και ηδονικά το δέρμα μου, ενώ ο Σ. έβαζε και έβγαζε αργά το δάχτυλό του στον κόλπο μου. ‘’Νιώσε τον ήλιο να μπαίνει μέσα σου’’ μου έλεγε. ‘’Άσε τον ήλιο να σε γαμήσει’’.

Και ένα μεσημέρι Καλοκαιριού, ξανά στην ίδια ταράτσα, είχα απλώσει ένα στρώμα στο πιο απόμερο σημείο, είχα φορέσει το μαγιό μου και έκανα ηλιοθεραπεία πίνοντας Καμπάρι με πορτοκάλι και διαβάζοντας ένα βιβλίο της Ντυράς. Μια κατσαρίδα εμφανίστηκε από τη γωνία, πλησίασε μέχρι το στρώμα μου, με κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου (δε κινήθηκα από τη θέση μου) και έφυγε τρέχοντας. Θα ορκιζόμουν ότι μοιράστηκα μια σπάνια στιγμή κατανόησης και αλληλοαποδοχής με αυτό το αηδές μικρό έντομο και από τότε δεν έπαψα να λυπάμαι κάθε φορά που κάποιος λιώνει χωρίς δεύτερη σκέψη κάτω από το παπούτσι του μια εκπρόσωπο του ίδιου είδους.

Και ένα βράδυ, μετά το μάθημα ελληνικών που παρέδιδα σε ξένους σε ένα φροντιστήριο στο Σύνταγμα, ανέβηκα μέχρι τον τελευταίο όροφο και δε μπορούσα να πιστέψω στην τύχη μου που βρήκα την πόρτα της ταράτσας ξεκλείδωτη. Η πιο όμορφη θέα της Αθήνας, η Ακρόπολη σε απόσταση αναπνοής, φωτισμένη και πανέμορφη και εγώ εκεί πάνω ολομόναχη να απολαμβάνω το θέαμα. Την επόμενη φορά, ανέβασα πάνω το γερμανό, ενήλικο μαθητή μου, τον Τ., και του έδειξα την ανακάλυψή μου. Καθίσαμε εκεί για δέκα λεπτά κοιτώντας μια τον ιερό βράχο και μια το ολόγιομο φεγγάρι λέγοντας βλακείες σε ένα παράξενο μείγμα ελληνοαγγλικογερμανικών. Ήθελα τόσο πολύ να με φιλήσει. Δε το έκανε.

Οι αστικές ταράτσες είναι πάντα το καλύτερο μέρος να καταφύγεις όταν νιώθεις πεσμένος, θλιμμένος, οργισμένος. Η πόλη από κει ψηλά μοιάζει πιο όμορφη, πιο γαλήνια, πιο εύκολα προσβάσιμη. Η βοή των δρόμων πνίγεται από την απόσταση, οι λεωφόροι μοιάζουν με ποτάμια που καταλήγουν στη θάλασσα, οι άνθρωποι είναι άφαντοι. Οι αστικές ταράτσες είναι ένα ανεκμετάλλευτο βασίλειο, κατοικημένο αποκλειστικά από ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, σύρματα απλώματος ρούχων και περιστέρια.