Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Καλοκαίρι στο καταχείμωνο

Παρασκευή βράδυ και με τα τριακοστά πέμπτα μου γενέθλια να πλησιάζουν απειλητικά (τη Δευτέρα), εφαρμόζω τη feel good συμβουλή του ‘’Glamour’’ και βάφω τα νύχια μου με ένα πορτοκαλοκόκκινο καλοκαιρινό χρώμα. Το έντονο χρώμα μου φτιάχνει τη διάθεση άμεσα, αρχίζω ήδη να ονειρεύομαι παραλίες, αμμουδιές κι έναν ήλιο να καίει, να καίει, να καίει. Στη συνέχεια, βγαίνω από το σπίτι φορώντας αντηλιακό κάτω από το πουλόβερ μου (θα φορούσα κι ένα καλοκαιρινό φόρεμα πάνω από το τζιν μου, αλλά δυστυχώς δεν είμαι ΤΟΣΟ τολμηρή στιλιστικά) και πάω στο ‘’Κύτταρο’’ να συναντήσω τους φίλους μου και να ακούσουμε τους Locomondo.

Oι Locomondo μου αρέσουν παντού και πάντοτε (αν και πια σαφώς λιγότερο από παλιά), αλλά ειδικά κάποια απίστευτα κρύα βράδια του χειμώνα νιώθω να τους έχω πραγματικά ανάγκη. Η μουσική τους, το στιλ τους, το ξέφρενο κοινό τους και κυρίως το χαμόγελο του Μάρκου φέρνουν το καλοκαίρι πιο κοντά.

Και έτσι, μια μπίρα κι ύστερα κι άλλη κι ύστερα άλλη μια. Και η γη γυρίζει, η γη όλο γυρίζει, το ταβάνι ανοίγει κι από πάνω είναι τ’ άστρα κι όλοι μαζί ενώνουμε τις δυνάμεις του καλού και τραγουδάμε τραγουδάμε τραγουδάμε και χορεύουμε χορεύουμε χορεύουμε. Ο Μάρκος μου στέλνει ακτινοβόλα χαμόγελα από τη σκηνή κι εγώ θυμάμαι εκείνο το πάρτι στο τροχόσπιτο, που τον είχα γνωρίσει, μαζί με το Γιάννη, τον κιθαρίστα και το Θανάση, τον ηχολήπτη (όταν ακόμα η μπάντα ήταν άγνωστη και καινούρια, όταν είχαν κυκλοφορήσει μόνο τον πρώτο τους δίσκο και η ρέγκε ‘’Φραγκοσυριανή’’ φαινόταν σε όλους μας κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό και λιγάκι ιερόσυλο) και είχαμε πιει τεκίλα από ένα πεπόνι με μυριάδες πολύχρωμα καλαμάκια όλοι μαζί και είχαμε μεθύσει και κάναμε βλακείες και χορεύαμε σαν ηλίθια και είχαμε σπάσει ένα τραπεζάκι πέφτοντας πάνω του και είχα χαζέψει από τότε από το χαμόγελό του και από τα κοτσιδάκια του, που ήταν ακόμα μικρούλια και μετά βίας έφταναν μέχρι τους ώμους του και μετά είχα κοιμηθεί γεμάτη μελανιές (από το τραπεζάκι που έσπασα στην κυριολεξία με τον πισινό μου) και είχα ονειρευτεί ότι ο Μάρκος ήταν κάτι σαν ο Θεός Ήλιος και ότι τα κοτσιδάκια του ήταν γεμάτα άμμο, κρατσανιστή στραφταλιστή άμμο από κάποια παραλία.

Η συναυλία τελειώνει πιο γρήγορα από ότι περίμενα. Τρέχω κι αγκαλιάζω σφιχτά το Μάρκο, χαιδεύω τα κοτσιδάκια του που πια φτάνουν σχεδόν στη μέση του, ‘’έφερες το καλοκαίρι στο καταχείμωνο’’ θέλω να του πω, αλλά δε λέω αυτό, του λέω βλακείες όπως πάντα, σχεδόν πονάω όταν με αποχαιρετά και κρύβεται στα παρασκήνια, θέλω ήδη να ξαναρχίσει όλη η συναυλία απ’ την αρχή.

Στο δρόμο δε κρυώνω πια τόσο πολύ. Νιώθω σα να βρέθηκα για λίγο σε μια ζεστή, φιλόξενη αμμουδιά. Τινάζω την άμμο από τα δάχτυλά μου και ετοιμάζομαι να πάω στο Closer.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Ωδή στις ταράτσες της Αθήνας

Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι στην Αθήνα σνομπάρουν τόσο πολύ τις ταράτσες τους. Όσες φορές ανεβαίνω (συχνά) στην ταράτσα στο δώμα μου ή σε εκείνη στο πατρικό μου ή σε εκείνες των σπιτιών των φίλων μου, δε βλέπω ποτέ κανέναν άλλο γύρω. Οι αστικές ταράτσες είναι ένα ανεκμετάλλευτο βασίλειο, κατοικημένο αποκλειστικά από ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, σύρματα απλώματος ρούχων και περιστέρια.

Μια φορά είχα κάνει έρωτα με το τότε αγόρι μου στην ταράτσα του δώματός μου. Ήταν αρχές άνοιξης, πρωί και ο ήλιος έκαιγε γλυκά και ηδονικά το δέρμα μου, ενώ ο Σ. έβαζε και έβγαζε αργά το δάχτυλό του στον κόλπο μου. ‘’Νιώσε τον ήλιο να μπαίνει μέσα σου’’ μου έλεγε. ‘’Άσε τον ήλιο να σε γαμήσει’’.

Και ένα μεσημέρι Καλοκαιριού, ξανά στην ίδια ταράτσα, είχα απλώσει ένα στρώμα στο πιο απόμερο σημείο, είχα φορέσει το μαγιό μου και έκανα ηλιοθεραπεία πίνοντας Καμπάρι με πορτοκάλι και διαβάζοντας ένα βιβλίο της Ντυράς. Μια κατσαρίδα εμφανίστηκε από τη γωνία, πλησίασε μέχρι το στρώμα μου, με κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου (δε κινήθηκα από τη θέση μου) και έφυγε τρέχοντας. Θα ορκιζόμουν ότι μοιράστηκα μια σπάνια στιγμή κατανόησης και αλληλοαποδοχής με αυτό το αηδές μικρό έντομο και από τότε δεν έπαψα να λυπάμαι κάθε φορά που κάποιος λιώνει χωρίς δεύτερη σκέψη κάτω από το παπούτσι του μια εκπρόσωπο του ίδιου είδους.

Και ένα βράδυ, μετά το μάθημα ελληνικών που παρέδιδα σε ξένους σε ένα φροντιστήριο στο Σύνταγμα, ανέβηκα μέχρι τον τελευταίο όροφο και δε μπορούσα να πιστέψω στην τύχη μου που βρήκα την πόρτα της ταράτσας ξεκλείδωτη. Η πιο όμορφη θέα της Αθήνας, η Ακρόπολη σε απόσταση αναπνοής, φωτισμένη και πανέμορφη και εγώ εκεί πάνω ολομόναχη να απολαμβάνω το θέαμα. Την επόμενη φορά, ανέβασα πάνω το γερμανό, ενήλικο μαθητή μου, τον Τ., και του έδειξα την ανακάλυψή μου. Καθίσαμε εκεί για δέκα λεπτά κοιτώντας μια τον ιερό βράχο και μια το ολόγιομο φεγγάρι λέγοντας βλακείες σε ένα παράξενο μείγμα ελληνοαγγλικογερμανικών. Ήθελα τόσο πολύ να με φιλήσει. Δε το έκανε.

Οι αστικές ταράτσες είναι πάντα το καλύτερο μέρος να καταφύγεις όταν νιώθεις πεσμένος, θλιμμένος, οργισμένος. Η πόλη από κει ψηλά μοιάζει πιο όμορφη, πιο γαλήνια, πιο εύκολα προσβάσιμη. Η βοή των δρόμων πνίγεται από την απόσταση, οι λεωφόροι μοιάζουν με ποτάμια που καταλήγουν στη θάλασσα, οι άνθρωποι είναι άφαντοι. Οι αστικές ταράτσες είναι ένα ανεκμετάλλευτο βασίλειο, κατοικημένο αποκλειστικά από ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, σύρματα απλώματος ρούχων και περιστέρια.