Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Maracaibo

Κυριακή, τελευταία μέρα της Αποκριάς και αποφασίζουμε να πάμε με τη μητέρα μου μια ολοήμερη εκδρομή στην Πάτρα, να δούμε την παρέλαση. Έχουμε χρόνια να πάμε, εγώ πήγαινα πάντοτε λίγο με το ζόρι, οι Απόκριες με τρομάζουν, κάτι πολύ τραγικό πρέπει να μου συνέβη σε κάποιες περασμένες Απόκριες, σε κάποια περασμένη ζωή.

Πάμε με τα τρένα. Δηλαδή με το μετρό ως το σταθμό Λαρίσης και από εκεί με τον προαστιακό ως το Κιάτο και από εκεί (επειδή ένα τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής της Πελοποννήσου αναβαθμίζεται) με πούλμαν του ΟΣΕ ως το Διακοφτό και από εκεί με το παλιό τρένο, επιτέλους, ως την Πάτρα. Συνολικά τέσσερις ώρες. Και δυο καφέδες, ένα λαδωμένο τοστ από το κυλικείο του Διακοφτού και πολλές αναπολήσεις μπροστά στη θέα που φεύγει γρήγορα (ή όχι και τόσο γρήγορα) από τα παράθυρα.

Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω με τρένο. Αν και αυτό στην Ελλάδα συνεπάγεται συνήθως απίστευτη ταλαιπωρία, αυτού του είδους τα ταξίδια έχουν πάντα κάτι θλιβερό, decadant, παρωχημένο. Σα να ζεις στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, κατεστραμμένα τοπία περνούν μπροστά από τα μάτια σου, νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκουπιδότοποι, χωριουδάκια και οικισμοί τσιγγάνων, παραθαλάσσια ταβερνάκια και σιδηροδρομικοί σταθμοί. Μια Ελλάδα άλλης εποχής. Μια Ελλάδα πάντα παρούσα, πάντα πικρή και οδυνηρή και φτωχιά, σα σταγόνα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο. Σαν ταινία του Αγγελόπουλου.

Η Πάτρα δεν είναι όμορφη πόλη. Και την Κυριακή αυτή είναι ακόμα πιο άσχημη απ’ ότι συνήθως. Κάνει πολύ κρύο και βρέχει ασταμάτητα, λακκούβες γεμάτες νερό σε υποχρεώνουν να χοροπηδάς όλη την ώρα, μεγάφωνα να παίζουν παντού αποκριάτικα άσματα (και μερικά κουβανικά επαναστατικά, άσχετα), γυφτάκια να πουλάνε σφυρίχτρες και περούκες και κομφετί και σερπαντίνες, κορίτσια που τουρτουρίζουν μες στις σέξι αποκριάτικες στολές τους και αγόρια με γυναικείες περούκες, μασκαρεμένα παιδάκια και κουρασμένοι γονείς και τσίκνα από τα σουβλάκια και τα χοτ-ντογκ, λουκουμάδες και πατικωμένος χαλβάς Φαρσάλων και στην οδό Κορίνθου, από όπου περνάει η παρέλαση, πλήθη ανθρώπων όχι ιδιαίτερα χαρούμενων (παλιά τους θυμάμαι όλους μεθυσμένους, με μια μπουκάλα μαυροδάφνη στο χέρι) να στριμώχνονται για να δουν το Καρναβάλι να περνάει.

Με τη μητέρα μου χωνόμαστε σε μια γωνίτσα στα σκαλοπάτια της παλιάς Νομαρχίας, σε ένα υπερυψωμένο σημείο. Δίπλα μας έρχεται και στριμώχνεται μια μαμά μ’ ένα παιδάκι που σφυράει ανελέητα τη σφυρίχτρα του μες στ’ αυτιά μας. Σα να είμαστε συνεννοημένες, ανάβουμε ταυτόχρονα τσιγάρο. Η μαμά κάνει μια ενοχλημένη γκριμάτσα κι ύστερα παίρνει το παιδάκι της και πάει να βρει άλλη γωνία.

Η παρέλαση μου φαίνεται φτωχότερη από άλλες φορές, οι αποστολές λιγότερο πολυάριθμες και σαφώς λιγότερο ενθουσιώδεις. Τα κοστούμια σε γενικές γραμμές πρόχειρα και καθόλου εντυπωσιακά. Φταίει άραγε η οικονομική κρίση ; Ή παλιότερα ήμουν εγώ πιο αγνή και ενθουσιαζόμουν πιο εύκολα ;

Στο άνθινο άρμα της περνάει τώρα η βασίλισσα του καρναβαλιού, μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα ανεβασμένη σε ένα ανοιχτό λουλούδι σε σχήμα καρδιάς (αργότερα μαθαίνω ότι ήταν η περσινή Μις Ελλάς). Φοράει ένα λευκό φόρεμα σα νυφικό, έξωμο και εξώπλατο, η βροχή πέφτει ανηλεώς στα όμορφα μαλλιά της και κυλάει στην καλοφτιαγμένη πλάτη της, το χαμόγελο έχει παγώσει στα χείλη της και δείχνει πραγματικά εγκλωβισμένη εκεί πάνω, μες στο κρύο και τη βροχή, από τα μπαλκόνια των σπιτιών της ρίχνουν κομφετί και σερπαντίνες και όλα αυτά κολλάνε στο βρεγμένο κορμί της, τη λυπάμαι, θέλω να πάω και να την κατεβάσω από κει πάνω και να τη σκουπίσω και να την κεράσω ένα δυνατό ποτό σε κάποιο μπαρ, είναι σα να φωνάζει ‘’σώστε με’’ το παγωμένο της χαμόγελο, πρέπει να κρυώνει τόσο πολύ.

Μετά καφές σε μια όμορφη και απόμερη καφετέρια και μεζεδάκια με μπίρα σε ένα πραγματικά ιδιαίτερο ουζερί, που εύχομαι να έπαιρνα μαζί μου στην Αθήνα. Και μετά δεν αισθάνομαι καν πια τα πόδια μου, τόσο έχουν μουσκέψει οι μπότες μου, το καλσόν μου, το τζιν μου. Χωνόμαστε σε ένα κωλόμπαρο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, μόνο αυτό είναι πια άδειο, όλες οι καφετέριες και τα μπαράκια είναι φίσκα πια από τον κόσμο, αλλά εδώ είμαστε μόνο εμείς, ο ιδιοκτήτης και μια ρωσίδα γκαρσόνα, που μας ρωτάει πώς πρέπει να μας σερβίρει το μαρτίνι (‘’σε μικρό ή σε μεγάλο ποτήρι’’ ;). O ιδιοκτήτης μπαίνει στην τουαλέτα τρεις φορές στη μια ώρα που καθόμαστε και κάθε φορά βγαίνει όλο και πιο στον κόσμο του και το cd-player παίζει στο repeat το ‘’Maracaibo’’ (τέσσερις φορές) και το ‘’Ska sou sou’’ (τρεις). Στο τέλος, η ρωσίδα μας ζητάει 5 ευρώ (για τρία μαρτίνι, ο λογαριασμός γράφει 15). Της δίνουμε 15.

Στα τρένα του γυρισμού είναι όλοι βρεγμένοι και σιωπηλοί. Στο τρένο προς το Διακοφτό το τζάμι δίπλα στη θέση μου έχει ένα μεγάλο σημάδι από πετριά. Θυμάμαι μια φορά που πήγαινα στους Αγίους Θεοδώρους με τον προαστιακό και 2-3 γυφτάκια ήταν στημένα σ΄ ένα σημείο της διαδρομής και μας πετροβολούσαν. Τότε είχα νιώσει αναγούλα, τώρα είναι σα να βλέπω έναν παλιό γνωστό. Συνηθίζει κανείς εύκολα στη μιζέρια, έτσι δεν είναι ;

Στον προαστιακό προς το σταθμό Λαρίσης, ένας χοντρός κύριος σκύβει από πάνω μου και μου ψιθυρίζει ‘’έχω χαθεί, βοηθήστε με’’. Είναι καθυστερημένος, είχε πάει λέει με την αδερφή του στην Πάτρα και εκεί την έχασε, τώρα δε ξέρει πώς να γυρίσει στη μαμά του, μου τείνει ένα χαρτάκι με κάτι τηλέφωνα, με μια μισογραμμένη διεύθυνση. Κάνω ό,τι μπορώ, τηλεφωνώ στη μαμά του (δε το σηκώνει), μου ζητάει να καλέσω το 100, να έρθουν με το περιπολικό να τον πάρουν από το σταθμό. Σε όλη τη διαδρομή είναι σκυμμένος από πάνω μου, ιδρωμένος, στα όρια των δακρύων. Στα Άνω Λιόσια μου αρπάζει το χαρτάκι από τα χέρια και κατεβαίνει τρέχοντας. ‘’Στα έλεγα εγώ’’, λέει η μητέρα μου, ‘’η ευαισθησία σου θα σε βάλει κάποια στιγμή σε μπελάδες’’.

Το βράδυ, στο κρεβάτι μου, κλαίω λίγο για τον καθυστερημένο κύριο που έχασε τη μαμά του (ή ίσως ήθελε απλώς να με στριμώξει σε μια γωνιά και να με βιάσει), για τη βρεγμένη βασίλισσα του Καρναβαλιού, για τα γυφτάκια και τον ιδιοκτήτη του κωλόμπαρου και την πετριά στο τζάμι. Πονάει το στομάχι μου. Και ένα τραγούδι παίζει διαρκώς, ανελέητα, ασταμάτητα, στον ύπνο μου. Maracaibo balla al Barracuda si ma balla nuda, tsa tsa....