Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Tα αόρατα εμπόδια

Σάββατο το πρωί κάνω μια βόλτα για ψώνια στο κέντρο και μετά, μια και η μέρα είναι όμορφη και ζεστή, κάθομαι για καφέ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τραβώντας την καρέκλα μου μακριά από την ομπρέλα με την παχιά σκιά σε ένα ηλιόλουστο κομμάτι του χώρου, παραγγέλνω κρύο φρέντο, ανάβω τσιγάρο, ρουφάω την πρώτη γουλιά αφρόγαλα, κλείνω τα μάτια απολαμβάνοντας τον ήλιο, την αργία, την αστική χαρμολύπη και ξαφνικά ένα κρώξιμο γλάρου με κάνει να σηκώσω το βλέμμα και να αναζητήσω την πηγή του ήχου.

Δεν είναι πια παράξενο φαινόμενο οι γλάροι που πετούν πάνω από την πόλη (το πιο αγαπημένο μου θέαμα της Αθήνας είναι οι γλάροι που ίπτανται πάνω από τις κορφές των κτιρίων έτσι όπως φαίνονται νωρίς το απόγευμα από την καφετέρια του δέκατου ορόφου του Hondos Center της Ομονοίας), όμως ο συγκεκριμένος γλάρος δε πετάει.

Είναι εγκλωβισμένος και ζητάει βοήθεια.

Απέναντι ακριβώς από την πλατεία, στο νοσταλγικό κτίριο του Υπουργείου Εσωτερικών που μοιάζει περισσότερο με παλιά πολυκατοικία παρά με δημόσιο κτίριο, στο ακριανό μπαλκόνι, στη γωνία ακριβώς Δραγατσανίου και Σταδίου, υπάρχει ένας μεγαλόσωμος γλάρος που πηγαινοέρχεται πέρα-δώθε, υψώνεται για μερικά εκατοστά, προσπαθεί να περάσει ανεπιτυχώς ανάμεσα από τα κάγκελα, αδυνατεί να κατανοήσει ότι η οδός διαφυγής είναι προς τα πάνω και μοιάζει να βρίσκεται σε πραγματικά δύσκολη θέση, κράζοντας που και που για βοήθεια προς άλλους γλάρους (που δεν περνάνε), προς ανθρώπους (που δε τον ακούνε, μια και το Υπουργείο είναι σήμερα κλειστό), προς περιστέρια (που επιδεικνύουν σχεδόν αλλαζονικά τη δικιά τους ανωτερότητα στα αστικά εμπόδια και τους περιορισμούς, κουρνιάζοντας στα γύρω μπαλκόνια και περνώντας αυτά με ευκολία ανάμεσα από τα κάγκελα, διπλώνοντας τα δικά τους ευλύγιστα και μικρά φτερά και γλιστρώντας ανάλαφρα προς την ελευθερία).

Δεν είναι του παρόντος να γράψω εδώ με ποιόν τρόπο προσπάθησα να βοηθήσω εγώ τον εγκλωβισμένο γλάρο, νομίζω είναι πιο σημαντική για τον υποτιθέμενο αναγνώστη αυτού του post η συνειδητοποίηση ότι είναι τόσο εύκολο να εγκλωβιστεί ένα πλάσμα ακόμα και κάπου όπου φαινομενικά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική φραγή, κανένα αξεπέραστο εμπόδιο, με τον ίδιο τρόπο που είναι απόλυτα οδυνηρή η αίσθηση ότι ένα πουλί μαθημένο σε ανοιχτούς ορίζοντες και με εγγεγραμμένο στο DNA του την απεραντοσύνη (της θάλασσας) μπορεί να παγιδευτεί για πάντα σε ένα κομμάτι χώρου στενό και κουτσουρεμένο, μόνο και μόνο γιατί δε βλέπει, δεν αντιλαμβάνεται, δεν κατανοεί τον τρόπο για να ξεφύγει.

Σε τελική ανάλυση, ο παγιδευμένος γλάρος είναι και μια παραβολή για την ανθρώπινη κατάσταση. Είμαστε όλοι μας παγιδευμένοι, αν και η ανοιχτοσύνη είναι μόλις ένα βήμα μακριά μας. Απλώς δε τη βλέπουμε. Και φωνάζουμε για βοήθεια απελπισμένα. Αλλά κανείς δε μας ακούει. Ή και αν κάποιος μας ακούσει συνήθως αδυνατεί να μας βοηθήσει.

Κι έτσι πεθαίνουμε απ’ την πείνα σε ένα βρωμερό μπαλκόνι πάνω από την πλατεία Κλαυθμώνος, ενώ το DNA μας νοσταλγεί τη θάλασσα και τους απέραντους ορίζοντες και τους άγριους συντρόφους μας με τα μεγάλα, πανέμορφα, ανοιχτά φτερά.