Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Rio Hotel

Με τον Μ. περπατάμε ως τη στάση του μετρό μετά τη δουλειά. Διασχίζουμε την πλατεία Μεταξουργείου, του δείχνω το Rio Hotel, του λέω πόσο το αγαπάω. Αυτό το μικρό κτίριο, τόσο λευκό και κομψό και όμορφο, με τα μπαλκόνια του να βλέπουν ευθεία στο σιντριβάνι και στις μαδημένες πρασινάδες, τα τραπεζάκια και τις καρέκλες του ναπλώνονται ράθυμα στην πλατεία με τους πακιστανούς και τις μυρωδιές από σπιτικό φαγητό ναναδύονται από την κουζίνα του, τόσο αταίριαστο με το περιβάλλον του, ένα πολύτιμο κομμάτι οικειότητας, θαλπωρής και γαλήνης μες στο πολύβουο, αγχώδες και βρώμικο κέντρο της πόλης.

Του λέω ότι πολλές φορές φαντάζομαι ότι νοικιάζω ένα δωμάτιο εκεί, μόνο για ένα βράδυ, 40 ευρώ το μονόκλινο, του λέω, έψαξα τις τιμές στο Internet. Μα αυτό είναι μπουρδελοξονοδοχείο, μου απαντάει, και ναι, ίσως θα είχε πλάκα να δώσεις 40 ευρώ μόνο και μόνο για να πας να τραβήξεις μια μαλακία εκεί και μετά να φύγεις.

Με ενοχλούν τα λόγια του και βάζω τέλος στην κουβέντα.

Η δικιά μου ιδέα απέχει από αυτό έτη φωτός. Ένα παλιομοδίτικο δωμάτιο που απλώνεται πάνω απτην πόλη κι εγώ μέσα σε αυτό μένα ποτήρι ουίσκι κι ένα αναμμένο τσιγάρο στο χέρι να κοιτάω απτο μπαλκόνι τη νύχτα να πέφτει ήσυχα, αργά και σιωπηλά….

‘’Ήταν ένα δωμάτιο για να κάτσεις και να περιμένεις κάποιον, ένα δωμάτιο για να σκεφτείς….Έμοιαζε λίγο με την ψυχή, μαυτό που πιστεύουμε για την ψυχή…’’ γράφει η Αμάντα Μιχαλοπούλου στο καινούριο της βιβλίο ‘’ Πώς να κρυφτείς’’.

Nαι, ίσως ένα δωμάτιο για να κρυφτείς για λίγο από τον εαυτό σου….